Παρασκευή, Ιανουαρίου 13, 2006

Περί γκρίνιας και λοιπών δαιμονίων


Αν και σε γενικές γραμμές θα συμφωνήσω μες τον τρόπο που ο Άβερελ έθεσε τα πράγματα (βλέπε προηγούμενο πόστ), οφείλω να επισημάνω ότι έχω πάρει θέση στο ζήτημα σε παλαιότερο (αρκετά...) πόστ μου. Το επαναφέρω για ιστορικούς και μόνο λόγους (να θυμούνται οι παλαιοί και να μαθαίνουν οι νεώτεροι...):

-"Τί κάνεις. όλα καλά"?- "Ε, καλά μωρέ.Τι καλά δηλαδή...Με παράτησε η γκόμενα, τσακώθηκα με τον/την κολλητό/ή μου, δεν έχω λεφτά και έρχονται εκπτώσεις, πρέπει να δουλέψω και όλοι είναι Μύκονο..."Μα καλά, τι άνθρωποι είναι αυτοί? Και είναι και πολλοί!Τους κάνεις μια απλή ερώτηση και ως απάντηση παίρνεις μια άνευ προηγουμένων κλάψα, που θα έκανε την Μάρθα Βούρτση να κοκκινήσει από ντροπή.Γιατί τόση μιζέρια πια? Δεν λέω, όλοι έχουμε προβλήματα και προφανώς ανάλογα με την εν γένει ψυχολογική μας κατάσταση είναι δυνατον να τα μεγενθύνουμε. Ωστόσο, άλλο αυτό και άλλο μια σχεδόν έμφυτη ανάγκη κάποιων να κλαίγονται.Προς Θεού. Δεν λέω ότι εγώ είμαι αυτάρκης, ότι δεν έχω φίλους να πω τους πόνους μου κτλ. Αλλά -δεν ξέρω αυτό ίσως είναι ανδρική κατάρα- ακόμα και στους στενότερους μου φίλους δεν τολμώ να πώ ορισμένα μύχια πράγματα. Νομίζω και αυτοί το ίδιο.Όχι γιατί δεν είμαστε φίλοι καλοί. Αλλά γιατί αν πραγματικά πρέπει να μεταφέρουμε ένα βάρος σε κάποιον, τουλάχιστον ας αξίζει τον κόπο.Πώς να το θέσω...Είναι σαν να έχεις μια τουαλέτα με χαλασμέnο καζανάκι, που ξέρεις ότι έχεις μόνο μια ευκαρία. Περιμένεις για τα "χοντρα". Δεν την σπαταλάς για ένα κατούρημα.Θυμάμαι κάποτε τον πατέρα μου. Από τις πρώτες φορές που κατάλαβα ότι είχε επαγγελματικά ζορίσματα(και τις ακόμα πιο ελάχιστες που το μοιράστηκε μαζί μου). Επιταγές σφραγίζονταν, το έδαφος έφευγε κάτω απ' τα πόδια μας και ένας φίλος μας πετυχαίνει κάπου στο λιμάνι που συζητούσαμε.-Τι κάνεις Μίμη? (ρωτάει ο φίλος)-Καλά Χρήστο μου. Εσύ?Τι καλά ρε πατέρα, πάω να ψελλίσω όταν τελειώνουν οι χαιρετούρες και οι λοιπές αστικές μαλακίες.....
"Καλύτερα ψεύτης, παρά μίζερος", μου απάντησε. Μεγάλη κουβέντα