Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2006

www.ταριφας.com


Στην Νέα Υόρκη τα επίσημα ταξί είναι 42,000. Επίσης είναι κίτρινα. Επίσης μόλις 197 από αυτά ανήκουν σε γυναίκες. Η Melissa Plaut είναι μια «ταρίφα» της Νέας Υόρκης που δεν πολυγουστάρει την δουλειά της. Για να την παλέψει καλύτερα, αγόρασε μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή, άνοιξε ένα blog και καθημερινά γράφει τις εμπειρίες της. Την στιγμή που μπήκε ένας τύπος με μάσκα του σκι «γιατί κρύωνε», την φορά που ένας συνάδερφος της «έριχνε μπουνιές στο παράθυρο μου», και εξακολουθεί να περιμένει τη στιγμή που κάποια θα γεννήσει στο πίσω κάθισμα του ταξί της. Εμείς, εδώ ασχολούμαστε – όχι αδίκως – με τις ιστορίες του ταξί, από τη θέση του συνοδηγού. Η τύπισσα έκανε το αντίθετο. Αν ήμουν ταξιτζής στην Ελλάδα, θα το έκανα και εγώ.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 23, 2006

match point


Ενδιαφέρουσα η ταινία του Woody Allen. Το Λονδίνο έμοιαζε με Νεα Υόρκη, το διαμέρισμα δίπλα στον Τάμεση είναι όνειρο ζωής (μιας άλλης), αλλά έχω μια παρατήρηση. ‘Η δεν διαθέτω αίσθηση του χιούμορ ή είμαι υπερβολικά αυστηρός ή η συντριπτική πλειοψηφία των – φανατικών του Woody – θεατών ήταν μαστουρωμένοι μέχρι το κόκκαλο για να γελάνε υστερικά μετά από αυτές τις ατάκες:

« Chris: - Δώσε μου το τηλέφωνο σου
- Nola: - Γιατί το θες;
- Chris: -Δώστο μου σε παρακαλώ, για να παμε για ένα ποτό
- Nola: - (χαμηλόφωνα, γιατί η σύζυγος του, Cloe ήταν ήδη δίπλα ) 69.........»

Κοινό: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ

Την πιθανότητα να γελάνε γιατί απλά θέλουν να γελάσουν για τον Woody που αγαπάνε την αναφέρω τελευταία γιατί είναι μάλλον η αλήθεια. Ακόμα και αν στο συγκεκριμένο φίλμ, δεν έχει ιδιαίτερη όρεξη για χιούμορ, απλά πραγματεύεται το θέμα τύχης, αριστουργηματικά. Επίσης οι παραπάνω από μια αναφορές στην Ελλάδα, έγιναν δεκτές με γουργουρητα ευχαρίστησης από το κοινό του Allen που μάλλον θυμήθηκε το μέγαρο τις προάλλες…

Κυριακή, Ιανουαρίου 22, 2006

malakas

Του την σπάνε τα φορητά τηλέφωνα, η γάτα της γκόμενας του (μάλλον και η ίδια, αλλά δεν το έχει αντιληφθεί ακόμα), τα blogs και είναι τόσο προσεκτικός στα λεφτά που η τιμή καθορίζει την αγαπημένη του μπύρα. Σας μοιάζει για μαλακας; Και ομως ειναι. Και το ομολογεί. Ο τύπος άραγε ξέρει τι σημαίνει ή είναι απλά μοίρα; Εγώ την παλεύω ή πρέπει να φυγω από την δουλειά αντί να ασχολούμαι με μαλακιες;

Δευτέρα, Ιανουαρίου 16, 2006

Top 5


Σαφέστατα επηρεασμένος από το High Fidelity και τις ατελείωτες λίστες του Κιούζακ, αρχίζω την καταγραφή της ζωής μου σε πρόχειρες λίστες.

TOP 5 Dream jobs


1. Φωτογράφος National Geographic ή αλλιώς ταξίδια πληρωμένα για όπου θέλω
2. Μπασκετμπολίστας μέτριας διαλογής στο ΝΒΑ ή αλλιώς αφήνω άφρο μαλλί, κονομάω εκατομμύρια για να ιδρώνω και έχω υποχρέωση να κάνω ό,τι γουστάρω
3. Σύζυγος της Αθηνάς Ωνάση –20 κιλάκια. Αυτή, όχι εγώ.
4. Ιδιοκτήτης respectable jazz χώρου στη Νέα Υόρκη για την ατμόσφαιρα και μόνο
5. Δημοσιογράφος, αλλά όπως θα ήθελα να είναι το επάγγελμα (τεράστια κουβέντα)

ΤΟP 5 Στιγμές (που έχω ζήσει)


1. Πρώτη άδεια από τον στρατό, ξύπνημα στο κρεβάτι της, ζέστη, χρώματα και μυρωδιά γυναίκας
2. Απόγευμα σε παραλία, ένα τσιγάρο, καρπούζι, ηλιοβασίλεμα, διάσπαρτοι φίλοι και cheesy μουσική
3. Ποδόσφαιρο (είμαι άμπαλος), αλλά σε μια έκλαμψη της στιγμής σκοράρω στο τελευταίο λεπτό νικητήριο γκολ μέσα σε αποθέωση.
4. Απογείωση μέσα σε καταιγίδα, άνοδο στα πολλά πόδια και ανάδυση μέσα από τα σύννεφα. Βαμβάκι σύννεφο και από πάνω ήλιος. Αδυναμία περιγραφής με λόγια.
5. Road trip με καλούς φίλους, καλή μουσική και ασταμάτητο κάπνισμα.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 13, 2006

Περί γκρίνιας και λοιπών δαιμονίων


Αν και σε γενικές γραμμές θα συμφωνήσω μες τον τρόπο που ο Άβερελ έθεσε τα πράγματα (βλέπε προηγούμενο πόστ), οφείλω να επισημάνω ότι έχω πάρει θέση στο ζήτημα σε παλαιότερο (αρκετά...) πόστ μου. Το επαναφέρω για ιστορικούς και μόνο λόγους (να θυμούνται οι παλαιοί και να μαθαίνουν οι νεώτεροι...):

-"Τί κάνεις. όλα καλά"?- "Ε, καλά μωρέ.Τι καλά δηλαδή...Με παράτησε η γκόμενα, τσακώθηκα με τον/την κολλητό/ή μου, δεν έχω λεφτά και έρχονται εκπτώσεις, πρέπει να δουλέψω και όλοι είναι Μύκονο..."Μα καλά, τι άνθρωποι είναι αυτοί? Και είναι και πολλοί!Τους κάνεις μια απλή ερώτηση και ως απάντηση παίρνεις μια άνευ προηγουμένων κλάψα, που θα έκανε την Μάρθα Βούρτση να κοκκινήσει από ντροπή.Γιατί τόση μιζέρια πια? Δεν λέω, όλοι έχουμε προβλήματα και προφανώς ανάλογα με την εν γένει ψυχολογική μας κατάσταση είναι δυνατον να τα μεγενθύνουμε. Ωστόσο, άλλο αυτό και άλλο μια σχεδόν έμφυτη ανάγκη κάποιων να κλαίγονται.Προς Θεού. Δεν λέω ότι εγώ είμαι αυτάρκης, ότι δεν έχω φίλους να πω τους πόνους μου κτλ. Αλλά -δεν ξέρω αυτό ίσως είναι ανδρική κατάρα- ακόμα και στους στενότερους μου φίλους δεν τολμώ να πώ ορισμένα μύχια πράγματα. Νομίζω και αυτοί το ίδιο.Όχι γιατί δεν είμαστε φίλοι καλοί. Αλλά γιατί αν πραγματικά πρέπει να μεταφέρουμε ένα βάρος σε κάποιον, τουλάχιστον ας αξίζει τον κόπο.Πώς να το θέσω...Είναι σαν να έχεις μια τουαλέτα με χαλασμέnο καζανάκι, που ξέρεις ότι έχεις μόνο μια ευκαρία. Περιμένεις για τα "χοντρα". Δεν την σπαταλάς για ένα κατούρημα.Θυμάμαι κάποτε τον πατέρα μου. Από τις πρώτες φορές που κατάλαβα ότι είχε επαγγελματικά ζορίσματα(και τις ακόμα πιο ελάχιστες που το μοιράστηκε μαζί μου). Επιταγές σφραγίζονταν, το έδαφος έφευγε κάτω απ' τα πόδια μας και ένας φίλος μας πετυχαίνει κάπου στο λιμάνι που συζητούσαμε.-Τι κάνεις Μίμη? (ρωτάει ο φίλος)-Καλά Χρήστο μου. Εσύ?Τι καλά ρε πατέρα, πάω να ψελλίσω όταν τελειώνουν οι χαιρετούρες και οι λοιπές αστικές μαλακίες.....
"Καλύτερα ψεύτης, παρά μίζερος", μου απάντησε. Μεγάλη κουβέντα

Τετάρτη, Ιανουαρίου 11, 2006

Γκρίνια, η απενοχοποίηση...


Λίγα πράγματα μπορούν να με κάνουν να μη γκρινιάζω αυτό τον καιρό. Και ένα από αυτά είναι η καλή γκρίνια. Παράξενο; Παράδοξο; Δεν με νοιάζει. Οποιος ξέρει τα μικρά μυστικά της ζωής, γνωρίζει καλά πως μια γκρίνια την ημέρα, την κακία κανει πέρα. Ανοίγοντας τη σημερινή «Ε», είδα την δικαίωση να πλησιάζει.
Για όσες ώρες μουρμούρας μου έχουν καταλογιστεί ως χαμένες, για όσες στιγμές στραβώματος έχω στηλιτευτεί, για όσα «θαψίματα» έχω απολαύσει ένοχα, ήρθε το παρακάτω κείμενο να με δικαιώσει. Οσοι ξέρετε πως η γκρίνια είναι πράγματι το άλας της ζωής, διαβάστε το και μετά γκρινιάξτε ελεύθερα...



Αν έχετε βαρεθεί να βλέπετε στραβωμένα, μουρτζούφλικα πρόσωπα, που γκρινιάζουν και παραπονιούνται για τους πάντες και τα πάντα και γενικά τρώγονται με τα ρούχα τους, σκεφτείτε το ξανά. Οι γκρινιάρηδες είναι ίσως η πιο υγιής, παραγωγική και πετυχημένη κατηγορία της κοινωνίας μας, το άλας της γης, ο θεμέλιος λίθος του πολιτισμού μας.

Σκεφτείτε από τα 100 πρόσωπα που αντικρίζετε κάθε πρωί, πριν πάτε στη δουλειά -αν ζείτε σε μεγαλούπολη- ή έστω από τα 10 που συναναστρέφεστε καθημερινά, πόσοι είναι χαρούμενοι και πόσοι βράζουν έστω και σιωπηλά στο ζουμί τους. Οι γκρινιάρηδες υπερτερούν, τουλάχιστον αριθμητικά, ενώ σίγουρα η γκρίνια διαρκεί περισσότερο, αφού οι ώρες της χαράς σπανίζουν, ενώ οι ώρες της μανούρας αφθονούν. Ξεχάστε τους περιχαρείς παρουσιαστές πρωινών εκπομπών, τις τηλεβεγγέρες, όπου όλοι περνάνε καλά και φροντίζουν να το δείχνουν με υστερικά γελάκια και τσιφτετέλια, ξεχάστε το παγωμένο χαμόγελο του πωλητή και την επιβεβλημένη αισιοδοξία των οδηγών αυτοβοήθειας. Η γκρίνια -που στην ουσία δεν έφυγε ποτέ από την επικαιρότητα- είναι η νέα μόδα, τώρα και με τη σφραγίδα του ειδικού.
Μετά τη μανία της αυτοβελτίωσης, της θετικής σκέψης, των μικρών βιβλίων του ζεν και της ηρεμίας, μια νέα υπομανία δοκιμάζει την τύχη της στην αγορά: η αποενοχοποιημένη γκρίνια. Το φαινόμενο ξεκίνησε από την ούτως ή άλλως γκρινιάρα Μεγάλη Βρετανία, όπου μια σειρά από χρονικά της μουρμούρας έκαναν θραύση κατά την περίοδο των εορτών. Οι κριτικοί κάνουν ήδη λόγο για ένα νέο είδος πρόζας, την «γκρινιο-νουβέλα». Ανθρωποι μορφωμένοι, προνομιούχοι, καλοζωισμένοι, όχι απαραίτητα ηττημένοι και πικρόχολοι, γεμίζουν σελίδες μεμψιμοιρώντας όχι μόνο για όσα τους εξοργίζουν, αλλά και γι' αυτά που απλά τούς τη σπάνε. Αυτή την περίοδο το δημοφιλέστερο γκρινιο-βιβλίο, που πιθανότατα άρχισε την αναβίωση του είδους, είναι το κοινό πόνημα δύο σχετικά νέων Βρετανών συγγραφέων με τίτλο «Μου φαίνεται ή είναι όλα σκατά;» και υπότιτλο «Η εγκυκλοπαίδεια της σύγχρονης ζωής από το Α ώς το Ω» (εκδ. Time-Warner).

Το ντουέτο των Στιβ Λόου και Αλαν Μακ Αρθουρ κατάφερε να ανεβεί στις πρώτες θέσεις με τα δημοφιλέστερα βιβλία των εορτών, συγκεντρώνοντας σε έναν μακροσκελή κατάλογο όλα τα μικρά και μεγάλα σπαστικά πράγματα της ζωής - σύμφωνα με τους ίδιους. Από τις στενές τουαλέτες στα σικ ρεστοράν ώς τον Τόνι Μπλερ, την Κοντολίζα Ράις, τους οικολόγους και τις φεμινίστριες, όλα αλέθονται στον μετασατιρικό αχταρμά των φερέλπιδων γκρινιάρηδων. Κάτι ανάμεσα σε κωλοπαιδίστικη πλάκα, κουβέντες της παμπ, σνομπισμό, λαϊκισμό και γεροντίλα, η «νέα βρετανική γκρίνια» έχει τις ρίζες της στην ένδοξη παράδοση του φλεγματικού εγγλέζικου χιούμορ. Μόνο που σήμερα οι «σκατολόγοι» των μπεστ σέλερ δεν θυμίζουν ακριβώς Μόντι Πάιθονς, ούτε πολύ περισσότερο Οσκαρ Ουάιλντ ή Μπέρναρ Σο, αλλά καρικατούρες των ίδιων πραγμάτων που μέμφονται. Αλλα βιβλία που διεκδικούν τον τίτλο του μουρμουρο-μπεστ σέλερ έχουν τίτλους όπως «Η καταραμένη αγένεια της καθημερινότητας», «Γιατί όσα ξέρετε είναι λάθος», «Τα ξινά σταφύλια της οργής» και πάει λέγοντας. Στην Ελλάδα, όπου η μουρμούρα μάς είναι υπερβολικά οικεία ώστε να την ανάγουμε σε λογοτεχνικό είδος, κάτι ανάλογο επιχειρούν οι λίστες «μ' αρέσει/δεν μ' αρέσει» των λάιφ στάιλ εντύπων, τα κουτσομπολίστικα κους κους και τα τηλεοπτικά «ξεκατινιάσματα». Είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, όλοι διαβάζουμε με ένοχη χαρά τις έγγραφες κακίες, παρακολουθούμε τα παραθυρικά ξεμπροστιάσματα, ανεβάζουμε τις θεαματικότητες των τηλε-γκρινιάρηδων και αναπαράγουμε με προθυμία τη μιντιακή μουρμούρα. Η γκρίνια, όπως ο κιτρινισμός, το κουτσομπολιό και η σκανδαλολογία, είναι το τελευταίο οχυρό της παροπλισμένης κριτικής. Το να γκρινιάζεις για τα πάντα είναι άλλος ένας τρόπος να υπομένεις τα πάντα, χωρίς να αλλάζεις τίποτα. Γκρινιάξτε λοιπόν άφοβα, βγάλτε το από μέσα σας, και εκεί που μονολογείτε βρίζοντας γράφτε και κάνα βιβλίο. Πού ξέρετε, μπορεί να γίνει και μπεστ σέλερ.

ελευθεροτυπία, 11/1/06

Δευτέρα, Ιανουαρίου 02, 2006

"Ένα Πεδίο Βολής Φθηνό..."


Δεν μ' αρέσουν οι αποχωρισμοί. Όχι γιατί είμαι κανας ιδιαίτερα σκληρός άνδρας. Μάλλον το αντίθετο.
Ούτε γιατί τους φοβάμαι ιδιαίτερα. Έχω ζήσει-δόξα σοι ο Θεός- (αν υπάρχει) αρκετούς από δαύτους.
Ωστόσο σήμερα θα ξεφύγω από ελαφρότητες και χαβαλεδες και θα μιλήσω πιο προσωπικά. Για έναν απόχωρισμό που με άγγιξε. Και αν οι αποχωρισμοί αφήνουν συνήθως μια πικρή γεύση, αυτός ήταν αλλιώς.Μέσα στην γενικότερη μαυρίλα της ημέρας, μου άφησε ένα αίσθημα περίεργης γλύκας και αισιόδοξίας.Σαν να συμμετείχα σε ρετρό ταινία του ' 60.
Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου. Σταθμός τρένων στην Θήβα.Είχε ήδη νυχτώσει από τις 5 η ώρα το απόγευμα. Καμμιά 800αριά στρατιώτες ντυμένοι με στολή εξόδου. Ξενυχτισμένοι, καταβεβλημένοι, ταλαιπωρημένοι.Απάλευτοι. Έτοιμοι για ένα ταξίδι στο άγνωστο. Κυριολεκτικά. Προορισμοί πρωτάκουστοι, εξωτικοί:
Ρύζια, Καβύλή, Λαγός, Σαμοθράκη, Αϊ-Στράτης, Μεγίστη...
Ωστόσο υπήρχε κάτι παράξενα όμορφο στον αέρα. Μαζί με την (αναπόφευκτη) γκρίνια και στεναχώρια, έβλεπες και ξεσπάσματα χαράς, ξεγνοιασιάς. Δίπλα στην ατσαλάκωτη στολή και τα σφιγμένα πρόσωπα των αξιωματικών άκουγες μια καλή κουβέντα.
Ένα "εις το επανιδείν". Ένα καλαμπούρι. Ένα ξέσπασμα φιλίας που ενάμισι μήνα στο Κέντρο δεν είχε εκδηλωθεί. Παράξενα πράγματα...
Ένα συνοικιακό καφενεδάκι απέναντι από τον σταθμό. Διαφυγή από την βροχή.Η τεράστια τζαμαρία του. Το κονιάκ που ήπιαμε να ζεσταθούμε. Το σουβλάκι που με κέρασε ο Χρήστος, όταν μου τελείωσαν τα λέφτά. Η βροχή που συνέχιζε αμείλικτη το όποιο έργο της. Αλλά εμείς πλέον είμασταν ακατάβλητοι.
Μετά η επιβίβαση. Μας χωρίσαν σε βαγώνια. Το κάπνισμα απαγορεύονταν. Οι τύποι ωφειλαν να κρατηθούν. Δεν άντεξαν ούτε για μισή ώρα. Το πρόσχημα. Ένα τσιγάρο στα κλεφτά στην τουαλέτα. Ξαφνικά έχεις βρεθεί στο βαγώνι που πάει για Έβρο. Με όλους τους κολλητούς σου. Συνειδητοποιείς ότι κάποιους απ' αυτούς δεν πρόκειται να τους ξαναδείς ποτέ στην ζωή σου. Ίσως να μην ξαναμιλήσετε καν στο τηλέφωνο.Και αν κάποιους τους δεις, σίγουρα δεν θα είναι κάτω από τέτοιες συνθήκες. Άυπνους, ξεμαλλιασμένους, με λυμένες γραβάτες και ανοιχτά χιτώνια σε ένα τρένο που πάει κυριολεκτικά στο πουθενά.
Αυτή είναι η δική μας στιγμή. Μνήμες για μια ζωή.
Ένα μπουζούκι που βγήκε απ' το πουθενά. Ένα μπουκάλι ουίσκι που κάποιος είχε καβαντζώσει (για καμμιά Πρωτοχρονιά σε σκοπιά?). Δεν το σκέφτηκε καν. Ανοίχτηκε επιτόπου και μας κούρσεψε άτσαλα, όσο το νιώθαμε να κυλάει στις φλέβες μας.
Κάποιος που με φώναζε επιμονα.Ήθελαν να τους πώ ένα τραγούδι. Την "Πιρόγα". Απ' το πουθενά και μια κιθάρα. Το είπα. Όπως δεν έχω ξανατραγουδήσει στην ζωή μου. Αναψοκοκκινισμένος, με τις φλέβες τσιτωμένες στον λαιμό μου. ένιωσα κάθε στίχο.
Αυτές ήταν οι δικές μας στιγμές.
Κατά συνθήκη φιλίες? Ίσως.
(Μελο)Δραματοποιημένες στιγμές? Μπορεί.
Ωστόσο ήταν οι ΔΙΚΕΣ μας στιγμές.
ΥΓ. Για όσους ήταν εκεί.